raindrops

Έρευνα απεικόνισης της εγκεφαλικής λειτουργίας, που δημοσιεύεται στην επιθεώρηση Psychological Science, δείχνει ό,τι τα αρνητικά συναισθήματα όπως η θλίψη και η οργή γίνονται λιγότερο έντονα όταν κανείς τα εκφράσει με λέξεις. Τα συμπεράσματα ίσως εξηγούν γιατί προσφέρει ανακούφιση το να μιλάμε σε έναν ψυχολόγο, ή έστω σε ένα συμπονετικό αφτί.
Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Λος Άντζελες, διαπίστωσαν ό,τι η λεκτική έκφραση των αρνητικών συναισθημάτων μετριάζει την αντίδραση του εγκεφάλου στα έντονα συναισθήματα. Αντιθέτως, ενεργοποιεί μια περιοχή που αναλαμβάνει να αναχαιτίσει τις παρορμήσεις.
Ο Δρ Μάθιου Λίμπερμαν και οι συνεργάτες του παρουσίασαν σε 30 εθελοντές 18-36 ετών (18 γυναίκες και 12 άνδρες) φωτογραφίες προσώπων που εξέφραζαν έντονα συναισθήματα. Από τους εθελοντές ζητήθηκε να αντιστοιχίσουν κάθε εικόνα είτε με ένα επίθετο, όπως «φοβισμένο», «θυμωμένο» ή «θλιμμένο», ή απλά με ένα ανδρικό ή γυναικείο όνομα.
Στην περίπτωση που οι εθελοντές χαρακτήριζαν τις εικόνες με επίθετα, παρατηρήθηκε μειωμένη δραστηριότητα στην περιοχή του εγκεφάλου που καθορίζει την αντίδραση σε έντονα συναισθήματα, όπως ο φόβο και η οργή. «Φαίνεται να εξασθενίζει την αντίδραση αυτών των βασικών συναισθηματικών κυκλωμάτων στον εγκέφαλο», αναφέρει ο Λίμπερμαν.
Παράλληλα, η έκφραση των συναισθημάτων με λέξεις φαίνεται να ενεργοποιεί τον κοιλιακοπλευρικό προμετωπιαίο φλοιό, μια περιοχή του εγκεφάλου που αναλαμβάνει τον έλεγχο των παρορμήσεων. «Αυτή είναι η μόνη περιοχή που ενεργοποιείται περισσότερο όταν διαλέγεις μια 'συναισθηματική' λέξη για την εικόνα, αντί να διαλέξεις ένα όνομα», σχολιάζει ο Λίμπερμαν.
Όπως εκτιμά ο ερευνητής, η μελέτη ίσως αλλάξει την παραδοσιακή άποψη για το μηχανισμό με τον οποίο η λεκτική επικοινωνία προσφέρει ανακούφιση. «Νομίζω πως όλοι πιστεύουμε ότι όταν μιλάμε για τα συναισθήματά μας αποκτούμε διορατικότητα». Το φαινόμενο, όμως, ίσως είναι πολύ απλούστερο και στην πραγματικότητα «αυτό που τελικά μας μεταμορφώνει είναι η κατανόηση».