raindrops

Του Γιάννη Κωνσταντινίδη

Στο χώρο της ψυχολογίας και της ψυχοθεραπείας, όπου δραστηριοποιούμαι, προσπαθώ να ενημερώνομαι στον βαθμό που μου επιτρέπουν οι άλλες μου υποχρεώσεις.  Η καλύτερη, όμως, επιμόρφωση που παίρνω είναι μέσα από την καθημερινή τριβή με τους πελάτες μου, οι εμπειρίες που αποκτώ από τα βιώματά τους και από τους τρόπους που προσπαθώ να κάνω τις παρεμβάσεις μου. Μέσα από αυτά θα ήθελα να αναφερθώ σε τούτο το άρθρο.
Θα ήθελα να κάνω μια διευκρίνηση. Ο υποφαινόμενος δεν δηλώνει κανένα ρόλο δάσκαλου που θέλει να διαφωτίσει. Τουναντίον, δηλώνω ένας απλός μαθητής που επιζητά να μάθει και αυτός τί είναι αγάπη και πώς επιτυγχάνεται; Με άλλα λόγια, «διδάσκω» αυτό που εγώ ο ίδιος θέλω να μάθω. Ελπίζω ότι μέσα από αυτήν την διαδικασία της περισυλλογής, της μελέτης και της συγγραφής, κάτι θα μπορέσω να καταφέρω για τον εαυτό μου, αλλά και για εκείνους που έχουν παρόμοιους προβληματισμούς και ανησυχίες μ΄ εμένα.
Όλοι αισθανόμαστε την ανάγκη αν μπορούσαμε να ζήσουμε σε μια κοινωνία, μια όαση, που θα την διέκρινε η χαρά, η ομορφιά και η αγάπη. Όμως, διαπιστώνουμε πως η όαση αυτή δεν είναι συχνά εφικτή – ταράσσεται από κάποιες εγωκεντρικές σκέψεις και συμπεριφορές ή από κάποιες κοντόφθαλμες αντιλήψεις.
Καθημερινά διαπιστώνω πόσο κύριο ρόλο στην ψυχική υγεία ενός ανθρώπου, στην γαλήνη του και στην ωρίμανση του, παίζει η «Νέα εντολή». Η εντολή της αγάπης που εδώ και 2000 χρόνια έδωσε ο Χριστός στους ανθρώπους με την παρουσία του πάνω στην γη.
Ο Προμηθέας έδωσε την φωτιά στον άνθρωπο. Με την βοήθεια της έφτιαξε εργαλεία, μέρεψε τη γη την καλλιέργησε κι ετράφηκε. Έβαλε τη φωτιά μέσα στο σπίτι του και ζεστάθηκε. Την κράτησε αδιάλειπτα αναμμένη στο βωμό της θεάς Εστίας –της θεά του σπιτιού και της οικογένειας– στο κεντρικότερο σημείο του σπιτιού, σαν το σημαντικότερο πράγμα που είχε.
Ο Χριστός, σαν άλλος Προμηθέας, έδωσε την αγάπη στους ανθρώπους, να ζεστάνουν τις καρδιές τους, να μαλακώσουν, να μπορούν να πλάθονται εύκολα, να ομορφαίνουν, να ωριμάζουν και να καρποφορούν. Μέσα από την αγάπη ο άνθρωπος καταλαβαίνει, γνωρίζει τον εαυτό του, τους γύρω του. Μέσα από την αγάπη αναγεννιέται, θεραπεύεται, τελειοποιείται.
Τον Τιτάνα Προμηθέα, για την ανυπακοή του στους θεούς, τον αλυσοδέσαν να βασανίζεται αιώνια στο βράχο του Καυκάσου. Το Θεάνθρωπο Χριστό τον σταύρωσαν στον «Κρανίου Τόπο», επειδή με την παρουσία Του, και με τη Νέα Εντολή Του, ερχόταν αντιμέτωπος με την κατεστημένη τάξη πραγμάτων.  Τι ομοιότητες, αλήθεια, που υπάρχουν μέσα στις αλληγορίες της Ελληνικής Μυθολογίας και της Χριστιανικής παράδοσης!
Η φωτιά ήρθε να βελτιώσει τις βιοτικές συνθήκες της ζωής του Ανθρώπου.  Η αγάπη, απ’ την άλλη, είναι το βασικό στοιχείο για να επιτευχθεί η ψυχική ισορροπία, η γαληνή, η χαρά, η ωρίμανση, η δημιουργικότητα κι ένα σωρό άλλες αρετές που έχει μεγάλη ανάγκη ο άνθρωπος, πέρα και υπεράνω από τις βιοτικές του ανάγκες.
Πάμπολλα, μέσα στους αιώνες, έχουν λεχθεί  για την αγάπη. Είναι μία έννοια η οποία έχει πολλές φορές παρεξηγηθεί και διαστρεβλωθεί. Πολλές  ψυχικές διαταραχές έχουν δημιουργηθεί από διαστρεβλωμένες έννοιες που, κατά καιρούς, έχουν αποδοθεί στην αγάπη.
Πολύ επιγραμματικά θα αναφέρω τη σύγχυση που υπάρχει μεταξύ της αγάπης και του έρωτα – άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Έρωτας είναι η αμοιβαία έλξη μεταξύ δύο προσώπων, που της αποδίδεται η έννοια της αγάπης επειδή η επιθυμία για το άλλο πρόσωπο είναι τόσο έντονη και μάς οδηγεί να καλλιεργούμε μόνο θετικές σκέψεις γύρω από αυτό.
Επίσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί αγάπη η εξάρτηση από κάποιον ή κάποια, για λόγους ανασφάλειας. Κάτι τέτοιο μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογικό μεταξύ του παιδιού και του γονιού, του παιδιού και του δασκάλου, αλλά όχι μεταξύ ενηλίκων. Όπως, επίσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί αγάπη η προσέλκυση κάποιου για να τον οικειοποιηθώ.
Δεν θ΄ αναφερθώ άλλο σ΄ αυτά γιατί θα ξεφύγω από το θέμα. Θα ήθελα, όμως, να κλείσω μ΄ ένα χαριτωμένο λογοπαίγνιο που συχνά κάνω με τους πελάτες μου, όταν διαπιστώνω διαστρέβλωση της έννοιας της αγάπης: Ξέρετε, τους λέω, κι εγώ αγαπώ πάρα πολύ τα χαριτωμένα αρνάκια, ιδιαίτερα, μάλιστα, τρελαίνομαι γι΄ αυτά όταν είναι στο φούρνο με πατάτες.

Τί είναι, όμως, αγάπη και πώς προσπαθώ να την κατανοήσω;  Η αγάπη και ο φόβος είναι δύο αντίθετες συναισθηματικές καταστάσεις, και όταν υπερισχύει η μία εκτοπίζεται η άλλη.  Ο όρος «φόβος» χρησιμοποιείται εδώ με μια πολύ ευρεία έννοια. Άλλοτε παίρνει την μορφή φοβίας ή της παράνοιας, άλλοτε του άγχους και της ανασφάλειας και άλλοτε της μελαγχολίας ή της κατάθλιψης. Άλλες φορές πάλι παίρνει την μορφή διαφόρων ψυχοσωματικών συμπτωμάτων, χωρίς καμία εμφανή οργανική αιτία. Με άλλα λόγια, συμπεριλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα ψυχολογικών διαταραχών.
Από την άλλη πλευρά, η αγάπη είναι η δύναμη που ενεργοποιεί τις λανθάνουσες φυσικές θεραπευτικές δυνατότητες στον άνθρωπο, ώστε να επέλθει η ίαση. Πάρα πολύ συχνά συναντάμε φωτεινά παραδείγματα αγάπης. Ανθρώπων που έχουν καλλιεργήσει αυτή τη στάση ζωής, ανεξάρτητα από θρησκευτικές  πεποιθήσεις, και διαπιστώνουμε πως οι ψυχοπαθολογικές καταστάσεις σ΄ αυτούς τους ανθρώπους είναι πολύ περιορισμένες έως ανύπαρκτες.
Η αγάπη και ο φόβος είναι στάσεις ζωής που εμπνέονται από τη γέννησή μας και κατά την διάρκεια της ζωής μας. Για να κάνω πιο κατανοητούς τους ισχυρισμούς μου θα χρησιμοποιήσω ως παραδείγματα δύο υποθετικές καταστάσεις δύο παιδιών που γεννιούνται και μεγαλώνουν σε δύο διαφορετικά περιβάλλοντα. Θα χρησιμοποιήσω ακραίες περιγραφές για να γίνω πιο κατανοητός.
Το πρώτο παιδί μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον όπου επικρατεί σαν τρόπος σκέψης και συμπεριφοράς ο εγωκεντρισμός  – ο καθένας για την πάρτη του, με πιο απλά λόγια.  Το παιδί που μεγαλώνουν σ΄ ένα τέτοιο εγωκεντρικό περιβάλλον με γονείς, δάσκαλους, ειδήμονες και αλλά ηγετικά στελέχη της κοινωνίας,  θα δυσκολευτεί παρά πολύ στην ζωή του να ξεπεράσει το δικό του εγωκεντρισμό, γιατί θα θεωρεί ότι έτσι είναι  φυσιολογικά τα πράγματα σε μια κοινωνία. Αν, επιπλέον, δέχεται ψυχική και σωματική κακοποίηση για να τον «διδάξει» η παρανοϊκή κοινωνία τι είναι το «σωστό», το πιο πιθανό, αν όχι το σίγουρο, είναι ότι στο παιδί θα καλλιεργηθεί ο φόβος, ο οποίος, με τα χρόνια και με την επανάληψη παίρνει διάφορες αποχρώσεις όπως αναφέρθηκαν προηγουμένως.
Τώρα, ας υποθέσουμε  πως ένα άλλο παιδί  γεννιέται και μεγαλώνει σ΄ ένα άλλο περιβάλλον όπου επικρατεί το ένθερμο και ανυπόκριτο ενδιαφέρον για την κατάσταση του αλλού, ο αλτρουϊσμός, η αλληλεγγύη. Εκεί όπου οι άνθρωποι σκέπτονται το καλό για τους άλλους και ψάχνουν επίμονα ν΄ ανακαλύψουν τα καλά στοιχεία στους άλλους. Εκείνα, δηλαδή, που μας κάνουν να νιώθουμε όμορφα μαζί τους και να έχουμε τη τάση να παραβλέπουν ή να συγχωρούν τις πιθανές αδυναμίες τους. Είναι αυτονόητο, λοιπόν, πως ένα παιδί μεγαλώνοντας σε αυτό το περιβάλλον θα ξεπεράσει πιο γρήγορα και πιο εύκολα τον εγωκεντρισμό του και θα υιοθετήσει σαν στάση ζωής  αυτά τα οποία δέχτηκε κατά την διάρκεια της ωρίμανσης του. Το ένθερμο και ανυπόκριτο ενδιαφέρον για τον άλλο, την αλληλεγγύη, την υπομονή, την τάση να θέλει να βλέπει και να διακρίνει τα όμορφα χαρακτηριστικά στο πρόσωπο του άλλου – εκείνα που του προξενούν χαρά και ευχαρίστηση. Θα μπορεί εύκολα να παραβλέπει ή να συγχωρεί τα χαρακτηριστικά εκείνα που πιθανόν, αν επικεντρωνόταν, να τον στενοχωρούσαν ή ακόμα να του προξενούσαν παράλογους συνειρμούς και, κατ΄ επέκταση, διαπληκτισμούς, προστριβές ή και διαμάχες.
Η κοινωνία στην οποία ζούμε έχει στοιχεία και από τα δύο παραδείγματα. Όποιοι έχουν την τάση να καλλιεργούν στις καρδιές τους την αγάπη έχουν και την τάση να αναγνωρίζουν και να βλέπουν γύρω τους φωτεινά παραδείγματα ανθρώπων που πασχίζουν και έχουν φτάσει σε ανώτερα επίπεδα ωρίμανσης και αγάπης. Μαθαίνουμε από αυτούς και παίρνουμε από την χάρη τους, μέσα από τις συνειδητές ψυχολογικές διαδικασίες της μίμησης και τις ασυνείδητες διεργασίες της ταύτισης.
Όπως προανέφερα, η αγάπη έχει ψυχοθεραπευτικές ιδιότητες στο πρόσωπο εκείνο που την επιδιώκει. Με την καλλιέργειά της επέρχεται ωρίμανση, μαθαίνει να ελέγχει καλύτερα σκέψεις και συναισθήματά, και να εκτοπίζει από τον ψυχισμό του τον «φόβο», που άλλοτε έχει την μορφή φοβίας (δηλαδή, ταραχή χωρίς κάποια λογική εξήγηση) άλλοτε την μορφή της μελαγχολίας και της κατάθλιψης και άλλοτε της παράνοιας και της ιδεοληψίας. Άρα, λοιπόν, το κύριο θεραπευόμενο πρόσωπο είναι αυτό που επιδιώκει και καλλιεργεί την αγάπη.
Από εκεί και πέρα, στο βαθμό ωρίμανσης που τα έχει καταφέρει, λειτουργεί και ως παράδειγμα για τον περίγυρο του. Επιθυμώντας και οι άλλοι να αποκτήσουν τη γαληνή, τη χαρά, την ευδαιμονία που τον διακατέχουν, ακολουθούν τα χνάρια του συνειδητά ή, ακόμη, και ασυνείδητα. Η αγάπη και τα παράγωγά της είναι άκρως μεταδοτικά. Παραδείγματα βλέπουμε σε τοπικές κοινωνίες, σε οικογένειες, σε χώρους εργασίας. Μέσα στην Ιστορία της Ανθρωπότητας, επίσης, είναι πάμπολλα τα παραδείγματα προσώπων που έχουν παγκόσμια και διαχρονική ακτινοβολία, με κύριο χαρακτηριστικό τους την αγάπη.
Στη συνέχεια, θα ήθελα ν΄ αναφερθώ σε κάποιες πιο πρακτικές διεργασίες για την καλλιέργεια της αγάπης. Το βασικότερο στοιχείο που προδιαθέτει την αγάπη είναι η συγχώρεση. Δεν μπορεί να νιώθει αγάπη χωρίς συγχώρεση – είναι προϋπόθεσή της. Είναι ικανή και αναγκαία συνθήκη, όπως θα λέγαμε στην μαθηματική ορολογία. Εάν, και μόνον εάν, προδιαθέτω τη σκέψη μου να συγχωρεί, τότε καλλιεργώ και το συναίσθημα της αγάπης.
Η λέξη συγχωρώ είναι σύνθετη. Παράγεται από τις λέξεις «συν» και «χώρος». Με αλλά λόγια, για να μπορώ να βρίσκομαι και να συνυπάρχω αρμονικά  με κάποιον άλλο σε κάποιο φυσικό χώρο (σπίτι, χωριό, σχολείο, γραφείο, εργοστάσιο) ή σε νοητό επίπεδο (να σκεφτώ για κάποιον και για την πορεία μου με αυτόν) θα πρέπει μέσα μου να μην έχω κρατήσει τίποτε που να προκαλεί τριβή ή στεναχώρια. Τότε «συγχωρώ», δηλαδή συνυπάρχω αρμονικά, χωράω κάπου μαζί με κάποιον. Θα σας είναι ακουστή η αντίθετη άποψη που εκφράζεται με τη φράση «δεν χωράμε οι δύο μας εδώ». Αυτό σημαίνει ότι δεν «συν-χωράμε» – υπάρχουν μεταξύ μας προστριβές, τις οποίες με τη σκέψη και τη συμπεριφορά μας συντηρούμε, δεν αφήνουμε να διαλυθούν, μας δηλητηριάζουν και, επομένως, είναι αδύνατη η συνύπαρξή μας.
Το αντίθετο της έννοιας της συγχώρεσης είναι η «μνησικακία». Και αυτή σύνθετη λέξη – μνήμη του κακού. Επομένως, η διαδικασία του «συγχωρώ» είναι απαλλαγμένη από κάθε είδους τέτοιες μνήμες. Η ανάμνηση του κακού διαταράσσει την ψυχική υγεία και γαλήνη του προσώπου, ενδυναμώνει το μίσος, καλλιεργεί σκέψεις εκδίκησης, συντηρεί το φόβο, τροφοδοτεί το άγχος, πλάθει παρανοϊκά σενάρια, προκαλεί κατάθλιψη, κάνει δισδιόρατη και απόμακρη την αγάπη, ανυπόφορη τη συνύπαρξη.
Σοφά είχε γράψει ο Σαίξπηρ «to forgive and forget», συγχωρώ και ξεχνώ. Αυτά τα δύο πάνε παράλληλα και είναι απαραίτητα. «Ξεχνώ» δεν σημαίνει εδώ ότι παθαίνω κάποιου είδους αμνησία, αλλά σημαίνει ότι υπερβαίνω τα αρνητικά συναισθήματα (στεναχώρια, μίσος, αποστροφή, εκδίκηση) που κάποτε ήταν συνυφασμένα με κάποιο πρόσωπο ή με κάποια ομάδα ανθρώπων ή με κάποιο εθνότητα, και δεν τ΄ αφήνω να δηλητηριάζουν τον ψυχισμό και τις σχέσεις μου. Το «ξεχνώ» είναι συνειδητή υπέρβαση γεγονότων, σεναρίων σκέψης και συναισθημάτων – σαν να μην συνέβησαν ποτέ ή, ακόμη καλύτερα, δεν συνέβησαν ποτέ. Με τον καιρό, όσο καλλιεργώ αυτή την υπέρβαση, έρχεται και η απώλεια μνήμης των καταστάσεων που προξενούσαν τα αρνητικά συναισθήματα.
Ο αντίλογος που ακούω, συνήθως, όταν αναφέρομαι σ΄ αυτή την υπέρβαση είναι ότι «ο άλλος θα μ΄ εκμεταλλευτεί» ή «θα με περάσει για βλάκα» και πολλά άλλα παρόμοια. Εδώ ξεχνάμε πως αυτή η υπέρβαση που κάνουμε δεν περνά απαρατήρητη και δεν αφήνει τον άλλο ανέγγιχτο, έστω ακόμη και στο υποσυνείδητο. Με τον καιρό θα έρθει και αυτού η ώρα της υπέρβασης και της ωρίμανσης.
Για να συμβεί αυτή η υπέρβαση πρέπει να έχει καλλιεργηθεί μια άλλη προϋπόθεση της αγάπης – η αποφυγή κάθε διάθεσης να κρίνω. Δηλαδή, να μην επιτρέπω στην σκέψη μου να βρίσκει αρνητικά στοιχεία στον άλλο – ψεγάδια που κάνουν την σκέψη μου να μπει σε διεργασίες μείωσης του προσώπου που δηλητηριάζουν τον ψυχισμό και κάνουν πρόσφορο το έδαφος για την ανάβλυση αρνητικών συναισθημάτων. Κάποιοι από εμάς, για να δώσουμε θετική χροιά στην κριτική μας διάθεση, εύκολα μπαίνουμε στην παγίδα και προσπαθούμε να ωραιοποιήσουμε τη συμπεριφορά μας αποκαλώντας την «εποικοδομητική κριτική». Αυτή δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία παραλλαγή της διάθεσης να βρίσκει σφάλματα και μειονεκτήματα, πιστεύοντας πως αν τα επισημάνουμε και τα τονώσουμε ο άλλος θα λάβει υπόψη τις παρατηρήσεις μας και θα διορθωθεί. Σπάνια, όμως, είναι αυτή η βαθύτερη και πραγματική μας διάθεση.
Η πραγματικά εποικοδομητική κριτική είναι εκείνη που ωθείται από τα κίνητρα της αγάπης και επικεντρώνεται στις δυνατότητες του προσώπου και όχι στις αδυναμίες του. Με τον καιρό θα κάνει ο ίδιος την αυτοκριτική του. Για να επιτευχθεί ατού του είδους η εποικοδομητική κριτική απαιτείται εγρήγορση και εξάσκηση στο να επικεντρωνόμαστε στις θετικές δυνατότητες και χαρακτηριστικά του προσώπου. Μπορεί να μην τα καταφέρνουμε, αρχικά, αλλά, η εξοικείωση έρχεται με την επανάληψη.
Αυτές είναι λίγες στοιχειώδεις σκέψεις μου γύρω από τα βασικά χαρακτηριστικά και τη διαδικασία για την καλλιέργεια της αγάπης. Αν καταφέρουμε και τη βιώσουμε θα είναι μεγαλείο ψυχής – ουσιαστικό βήμα για πνευματική ανάταση και ωρίμανση. Σίγουρα έχω παραλείψει πάρα πολλά – άλλωστε κι εγώ μαθητευόμενος στον τομέα είμαι.