raindrops

 Γιάννης Κ. Κωνσταντινίδης

Σύνοψη

Σε αυτό το κείμενο γίνεται προσπάθεια για μια σφαιρική ερμηνεία του φαινομένου της ψυχολογικής εξάρτησης, με δύο κύριους άξονες: α) Την οπτική της ανθρωπιστικής ψυχολογίας περί ιεράρχησης και ικανοποίησης των αναγκών, που κινητοποιούν τη συμπεριφορά του προσώπου προς την αυτοπραγμάτωση (την πραγμάτωση των δυνατοτήτων του, ώστε να εξελιχθεί σ’ ένα φυσιολογικό, αυτόνομο και δημιουργικό όν). Υποστηρίζεται πως η χρήση ουσιών είναι μια παθολογική παρακαμπτήριος -μια ψευτο-ικανοποίηση των αναγκών- που το άτομο παρεκκλίνει στην προσπάθειά του για άμεση ικανοποίηση της βαθύτερής του επιθυμίας για αυτοπραγμάτωση. Και β) τις αρχές της θεωρίας του συμπεριφορισμού περί μάθησης. Οι φαρμακολογικές ιδιότητες των ουσιών παίζουν το ρόλο των ενισχυτών που εδραιώνουν τη συμπεριφορά της χρήσης. Ο συνδυασμός των δύο αυτών σχολών προσφέρει επαρκές θεωρητικό υπόβαθρο για την καλύτερη κατανόηση της ψυχολογικής εξάρτησης, η οποία, κατά την άποψη του συγγραφέα, είναι και η πεμπτουσία του φαινομένου.

Η θεμελιώδης ιδέα της ανθρωπιστικής σχολής θεωρεί ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά ωθείται από ένα έμφυτο κίνητρο της επιθυμίας του προσώπου για αυτοπραγμάτωση - (την πραγμάτωση των δυνατοτήτων του, ώστε να εξελιχθεί σ’ ένα φυσιολογικό, αυτόνομο και δημιουργικό όν). «Η ανθρώπινη συμπεριφορά κινείται κατά κύριο λόγο από τον αγώνα του ατόμου να καταστεί όσο πιο άνθρωπος γίνεται, δηλαδή να αναπτύξει τις ικανότητές του, να είναι αποτελεσματικός, δημιουργικός, και ευφάνταστος» (Κωσταρίδου-Ευκλείδη, 1999, σ. 75). Σε αντίθετη περίπτωση, ένα πρόσωπο έχει αρκετές πιθανότητες να αναπτύξει παθολογική συμπεριφορά -και εξάρτηση- όταν οι εμπειρίες του δεν είναι συμβατές με τις βαθύτερες επιθυμίες του - δηλαδή, δεν προάγουν την πραγμάτωση των δυνατοτήτων του και των βαθύτερων επιθυμιών του.

Ένα κύριο χαρακτηριστικό των νέων γενικότερα, είναι ότι ελαχιστοποιούν τους κινδύνους και θεωρούν τους εαυτούς τους άτρωτους. Η μειωμένη αντίληψη του κινδύνου είναι ένα χάρισμα της πλειονότητας των νέων. Χωρίς αυτό το χαρακτηριστικό πολύ δύσκολα θα τολμούσαν στη ζωή τους ακόμα και το παραμικρό. Όμως, αυτή η αφοβιά είναι ένα από τα βασικότερα συστατικά που κάνουν πραγματοποιήσιμη τη χρήση ουσιών. Μερικοί νέοι πιστεύουν πως οι κίνδυνοι που ακούνε τριγύρω τους για τα ναρκωτικά δεν θα ισχύσουν γι’ αυτούς, ή ότι εύκολα θα μπορέσουν να τους ξεπεράσουν.

          Δύο επιπλέον παράγοντες που συμβάλλουν στις πρώτες επαφές είναι: α) Η οικειότητα των συνθηκών κάτω από τις οποίες συμβαίνουν τα πρώτα τολμήματα, και β) οι εμπειρίες που αποκομίζουν απ’ αυτά (Krivanek, 1988). Οι πρώτες επαφές με την ηρωίνη γίνονται γιατί τυχαίνει να βρίσκεται κανείς σε εξοικειωμένο περιβάλλον όπου κυκλοφορεί η ουσία και κάποιος την προσφέρει για δοκιμή - τις περισσότερες φορές απρογραμμάτιστα και χωρίς συνειδητή κακοβουλία. Η εξοικείωση, σε συνδυασμό με την περιέργεια και την αφοβιά, οδηγούν στις πρώτες επαφές.

          Οι αρχικές εμπειρίες δεν φαίνεται να είναι και τίποτα το σπουδαίο. Οι περισσότεροι αισθάνονται ελάχιστα πράγματα από τις επιδράσεις της ηρωίνης και η διάρκειά τους είναι πάρα πολύ σύντομη. Για κάποιους, μάλιστα, μπορεί να είναι και αρνητική, προκαλώντας ναυτία και εμετό.

          Εάν η δοκιμή επαναληφθεί, η εμπειρία θα είναι μάλλον παρόμοια με την πρώτη και το άτομο αρχίζει να απορεί: Πώς μπορεί κάτι τέτοιο να του γίνει συνήθεια; Έτσι, μειώνεται η αντίληψη περί κινδύνων που είχε αρχικά, και ενισχύεται ακόμη περισσότερο η αίσθηση του ‘άτρωτου’. Εάν η χρήση πυκνώσει αρκετά, τότε, μαζί της, αναπτύσσεται και η φυσική εξάρτηση με επακόλουθο τα στερητικά συμπτώματα. Χαρακτηριστικά, ένας πρώην χρήστης μου είχε αναφέρει: ‘Μαζί με τ’ άλλα, φοβόμουν μήπως γίνω αντιληπτός από τους δικούς μου, κι έτσι δίσταζα να κόψω’. Στην πραγματικότητα, δεν είναι τόσο τα στερητικά συμπτώματα που κάνουν ένα χρήστη ν’ αναστέλλει τη διακοπή της ουσίας, όσο ο φόβος που έχει καλλιεργήσει μέσα του γι’ αυτά, καθώς και οι αντιδράσεις του περιβάλλοντός του. Το στερητικό σύνδρομο είναι ένα από τα προβλήματα του εξαρτημένου, αλλά δεν είναι εκείνο που συντηρεί την εξάρτηση, όπως αποδεικνύεται από τις τακτικές υποτροπές μετά από αρκετά διαστήματα αποχής.

Βασικές παράμετροι της εξάρτησης

 Πρώτα απ’ όλα, το πρόσωπο υψηλού κινδύνου είναι εκείνο που δεν έχει επαρκώς ανεπτυγμένους τους λόγους για να απέχει από την παρεκκλίνουσα συνήθεια. Ας αντιστρέψουμε προς στιγμή τη σκέψη μας κι ας αναρωτηθούμε: Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι εξαρτημένοι από την ηρωίνη; Οι άνθρωποι εκείνοι που η κοινωνία μας θεωρεί φυσιολογικούς επιδιώκουν κάποια πράγματα στη ζωή τους, όπως την υπόληψη, την οικογένεια, τη φιλία, την καριέρα, την αυτοπραγμάτωση, κ.ά.. Για να διεκδικήσουν όλ’ αυτά επιδίδονται σε κάποιες δραστηριότητες και, παράλληλα, αποφεύγουν κάποιες άλλες - όπως, λόγου χάρη, τη χρήση ηρωίνης. Αυτοί οι άνθρωποι, όταν αισθάνονται επιθυμία για κάποια παρόρμηση, που μπορεί η εκπλήρωσή της να απαιτεί και παρεκκλίνουσες συμπεριφορές, θα την ζυγιάσουν με τις αρνητικές επιπτώσεις που μπορεί να έχει στους απώτερους στόχους τους, και θα πράξουν ανάλογα (Orford, 1985).

          Δεύτερο, το πρόσωπο υψηλού κινδύνου δεν έχει ανεπτυγμένη την ικανότητα της διάκρισης. Η κοινωνία στην οποία ζει ο καθένας μας έχει συμβατικούς κανόνες για τους οποίους απαιτείται διακριτική εφαρμογή από τα μέλη της. Αυτός που έχει ανεπτυγμένη την ικανότητα της διάκρισης γνωρίζει να κρίνει τι πρέπει να κάνει ανάλογα με την κάθε περίπτωση, με ποιους θα ήταν αποδεκτό, πότε, πώς και γιατί θα ήταν καλύτερα να το κάνει. Ας πάρουμε για παράδειγμα την κατανάλωση αλκοολούχων ποτών. Μια τέτοια συνήθεια μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι κοινωνικά αποδεκτή όταν γίνεται στο πάρτι ενός φίλου, κάποιο Σάββατο βράδυ, με οικεία παρέα για να περάσει ευχάριστα η βραδιά. Τουναντίον, όμως, η ίδια συμπεριφορά μπορεί να αποδοκιμάζεται όταν γίνεται σε διαφορετικό τόπο και χρόνο, και για διαφορετικούς λόγους, π.χ. να μεθοκοπά κανείς σ’ ένα κακόφημο μπαρ, παρέα με άτομα του υποκόσμου. Η διάκριση είναι εκείνη που ελέγχει τη χρήση, ενώ, αντίθετα, η ελλειμματικότητά της ανοίγει την πόρτα για να περάσει η εξάρτηση. Κάτι τέτοιο ισχύει για τις περισσότερες εθιστικές συμπεριφορές, ανεξάρτητα αν αυτές έχουν να κάνουν με τις ουσίες ή όχι.

          Ένα τρίτο χαρακτηριστικό του εξαρτημένου προσώπου είναι ότι έχει συσχετίσει τις δράσεις της ουσίας με την ικανοποίηση ή την απομάκρυνση κάποιων αναγκών του, και αντιλαμβάνεται ότι οι πιέσεις που του ασκούνται από αυτές μειώνονται, τουλάχιστον για την ώρα. Βλέπει, δηλαδή, τον εαυτό του πιο ικανοποιημένο και πιο αποτελεσματικό μέσα από την ουσία.    

Τέταρτο, εξάρτηση από μια συμπεριφορά θα αναπτυχθεί εάν οι ανάγκες που ικανοποιούνται από την εξάσκησή της κατέχουν σημαντική και πρωτεύουσα θέση στην ιεράρχηση του συνόλου των αναγκών του προσώπου - οργανικών, ψυχολογικών, κοινωνικών και πνευματικών. Κάθε άνθρωπος ιεραρχεί τις ανάγκες του ανάλογα με το βαθμό σπουδαιότητας που έχουν γι’ αυτόν. Στην κορυφή της ιεράρχησης τοποθετούνται οι ανάγκες εκείνες που επιζητούν άμεση και επιτακτική ικανοποίηση, ενώ υποδεέστερη θέση παίρνουν εκείνες που δεν θεωρούνται σημαντικές ή που μπορεί να αναβληθεί η ικανοποίησή τους. Έτσι, οι ανάγκες που βρίσκονται στην κορυφή της ιεραρχικής πυραμίδας γίνονται η ατμομηχανή που κινητοποιούν τη συμπεριφορά του προσώπου για να τις ικανοποιήσει.

          Για χάρη της συζήτησης θα επεκτείνουμε το παράδειγμα με τη χρήση της αλκοόλης. Εάν ένα πρόσωπο διακατέχεται από ψυχικό πόνο λόγω μιας μεγάλης απώλειας, η ανάγκη για ανακούφιση απ’ αυτόν θα ιεραρχηθεί ανάλογα με την έντασή του. Όσο μεγαλύτερη η απώλεια, τόσο περισσότερο δυσβάστακτος θα είναι ο πόνος και τόσο υψηλότερη θα είναι η θέση που θα καταλάβει η ανακούφισή του στην ιεράρχηση των αναγκών του, μετατοπίζοντας άλλες ανάγκες του σε δεύτερη μοίρα - πιθανά, το άτομο να μη μπορεί να εργαστεί, να φάει ή να κοιμηθεί. Εάν, από παλιότερες εμπειρίες, οι κατασταλτικές ιδιότητες του αλκοόλ έχουν συσχετιστεί με τον κατευνασμό του ψυχικού πόνου, τότε η κατανάλωση του ποτού μπορεί να γίνει καταχρηστική.

Τέλος, το πρόσωπο υψηλού κινδύνου είναι εκείνο που δεν διαθέτει άλλα εναλλακτικά μέσα να ικανοποιήσει τις ανάγκες του, ή τα μέσα που διαθέτει δεν επαρκούν ώστε να ανταγωνιστούν αποτελεσματικά τις δράσεις της ουσίας. Εκείνος, για παράδειγμα, που καταφεύγει στη χρήση ουσιών για την ανακούφιση του ψυχικού πόνου, πιθανά να μην είχε ευκαιρίες στη ζωή του να εξασκηθεί επαρκώς σε εναλλακτικούς τρόπους ανακούφισης ή αντοχής στον πόνο, ή τα εναλλακτικά μέσα που έχει στη διάθεσή του να είναι λιγότερο ελκυστικά ή άμεσα από τις δράσεις της ουσίας. Κάτι παρόμοιο μπορεί να ειπωθεί και για εκείνον που καταφεύγει στις ουσίες για ευφρόσυνους λόγους.

          Αυτό είναι το βασικό σκηνικό που πλαισιώνει την ανάπτυξη της ψυχολογικής εξάρτησης, και δεν περιορίζεται μόνο στη χρήση ουσιών. Διάφορες μορφές συμπεριφοράς, όπως, οι ατέλειωτες ώρες παρακολούθησης τηλεόρασης, ο τζόγος, η συνεχής αναζήτηση καινούργιων ερωτικών συντρόφων, τα βίντεο-παιχνίδια, ακόμη και η εργασία μπορούν να εξασκηθούν σε βαθμούς εξάρτησης - όταν κυριεύουν τη σκέψη, τις λειτουργίες και το συναίσθημα του ανθρώπου.

 

Στερεότυπες αντιλήψεις και πραγματικότητα

Κατά καιρούς επαναλαμβάνονται τρία βασικά λάθη, τα οποία αποπροσανατολίζουν την κοινή γνώμη (Krivanek, 1988). Ας διαχωρίσουμε, λοιπόν, κάποιους μύθους από την πραγματικότητα.

          Πολλοί είναι εκείνοι που έχουν οδηγηθεί να πιστεύουν ότι η εξάρτηση είναι μια ιδιότητα που κατέχουν κάποιες ουσίες. Στην πραγματικότητα, όμως, η εξάρτηση δεν είναι ιδιότητα ούτε των ουσιών ούτε των χημικών τους χαρακτηριστικών. Είναι ιδιότητα του προσώπου που τις καταναλώνει, και έχει να κάνει με τις βαθύτερες επιθυμίες και εμπειρίες του.

          Η δεύτερη στερεότυπη αντίληψη είναι ότι η εξάρτηση από ουσίες είναι κάτι τελείως διαφορετικό από τις υπόλοιπες συνήθειες του ανθρώπου. Σε αντίθεση, όμως, με την επικρατούσα άποψη, όλες οι συμπεριφορές που εξασκούνται κατ’ επανάληψη και υπό μορφή συνήθειας έχουν πάρα πολλά κοινά χαρακτηριστικά με αυτά της εξάρτησης. Στις συμπεριφορές αυτές ο άνθρωπος δίνει προτεραιότητα, έναντι των υπολοίπων δραστηριοτήτων του, είτε γιατί τον ευχαριστούν, είτε γιατί τον ανακουφίζουν καλύπτοντας κάποιες ανάγκες του. Η ενασχόληση με οποιαδήποτε συμπεριφορά μπορεί γίνει επαναληπτική όταν αυτή αυτο-ενισχύεται από τ’ αποτελέσματά της, εφόσον αυτά ικανοποιούν ή απομακρύνουν τις άμεσες ανάγκες - αυτές, δηλαδή, που βρίσκονται κοντά στην κορυφή της κλίμακας ιεράρχησης. Η ανακούφιση που προσφέρει η ικανοποίηση μιας ανάγκης δρα ενισχυτικά, ώστε να επαναλαμβάνεται η συμπεριφορά που την προκάλεσε. Ο βαθμός της εξάρτησης ποικίλει από την απλή ενασχόληση του προσώπου με τη συμπεριφορά έως την υπερεντατική, ανάλογα με την πίεση των αναγκών που επιζητούν ικανοποίηση και την αποτελεσματικότητα της συμπεριφοράς να τις ικανοποιεί.

          Εξάρτηση, λοιπόν, μπορεί να αναπτυχθεί σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες και συμπεριφορές. Πολλές απ’ αυτές δεν είναι μόνον αποδεκτές από την κοινωνία, αλλά, συχνά, και θαυμαστές. Σε πολλούς προκαλεί θαυμασμό η μητέρα που θυσιάζει την προσωπική της ζωή για τα παιδιά της. Άλλοι, πάλι, θαυμάζουν τον επιχειρηματία που περνά ατέλειωτες ώρες στο γραφείο του ή ταξιδεύει από πόλη σε πόλη για να διοικεί τον κολοσσό της επιχείρησής του. Θαυμασμό, επίσης, προκαλεί κι ο επιστήμονας που ξημεροβραδιάζεται στο εργαστήριό του για να συμβάλει στην ανακάλυψη του φαρμάκου μιας θανατηφόρας ασθένειας. Λίγοι, όμως, θα αναρωτηθούν για τη μοναξιά της γυναίκας του επιχειρηματία ή του ερευνητή, η οποία έχει βρεθεί σε υποδεέστερη προτεραιότητα από την επαγγελματική δραστηριότητα του συζύγου της. Απ’ την άλλη πλευρά, προκαλούν απέχθεια κάποιες άλλες συμπεριφορές. Όπως, λόγου χάρη, όταν κάποιος παραμελεί την οικογένειά του και ξημεροβραδιάζεται στις χαρτοπαιχτικές λέσχες ή τρυπιέται για να περάσει στις φλέβες του ηρωίνη, κ.ά..

          Ο βασικότερος παράγοντας που συμβάλει στο να προκαλεί θαυμασμό ή αποστροφή μια συμπεριφορά είναι ο αποδέκτης της. Μια συμπεριφορά κυμαίνεται μεταξύ των δύο άκρων: Το ένα είναι του αλτρουισμού και το άλλο του εγωκεντρισμού (Fromm, 1978). Στο παράδειγμα του ερευνητή, η συμπεριφορά έχει περισσότερο αλτρουιστικό χαρακτήρα, γιατί αποδέκτες των συνεπειών θα είναι η ανθρωπότητα και η επιστήμη. Η χρήση ηρωίνης είναι εγωκεντρική γιατί έχει αποδέκτη μόνο τον ίδιο το χρήστη ή, στην καλύτερη περίπτωση, και την παρέα του. Όσο πλησιέστερα μια συμπεριφορά βρίσκεται στην πλευρά του αλτρουισμού, τόσο πιο κοινωνικά αποδεκτή και θαυμαστή είναι. Αντίθετα, όσο πιο εγωκεντρικό χαρακτήρα έχει, τόσο περισσότερο αποδοκιμάζεται και προκαλεί την αποστροφή. Για την καλύτερη κατανόηση του φαινομένου, λοιπόν, θα είμαστε κατά πολύ σαφέστεροι εάν αναφερόμαστε σε «επιδοκιμαστικές» και «αποδοκιμαστικές» συμπεριφορές και εξαρτήσεις (Krivanek, 1988a, σ. 93-4).       

          Η τρίτη στερεότυπη αντίληψη είναι ότι πιστεύουμε πως σε όλους τους ανθρώπους λειτουργούν οι ίδιοι παράγοντες ως ενισχυτές μιας συμπεριφοράς. Στην περίπτωση της ηρωίνης, λόγου χάρη, έχει καλλιεργηθεί η άποψη πως οι ίδιες δράσεις της ικανοποιούν παρόμοιες ανάγκες σε όλους τους χρήστες.

          Μια συμπεριφορά που επαναλαμβάνεται ικανοποιεί με ποικίλους τρόπους αυτόν που την εξασκεί, και οι λόγοι μπορεί να ποικίλουν από τον έναν άνθρωπο στον άλλο. Στην περίπτωση της ηρωίνης οι λόγοι είναι πολλοί. Κάποιος μπορεί να απολαμβάνει τη μία ή την άλλη δράση της, άλλος να βλέπει τη χρήση σαν μια μορφή ‘αυτοθεραπείας’ αρνητικών συναισθημάτων, άλλος από περιέργεια, αντίδραση, ταύτιση, κ.ο.κ. Συνήθως, αυτό που ψευτο-ικανοποιεί η ηρωίνη δεν είναι μια και μοναδική ανάγκη, αλλά ένα σύμπλεγμα πολλαπλών αναγκών.

          Μερικοί από τους λόγους μπορεί να είναι συνειδητοί και άλλοι ασυνείδητοι. Ακόμα και συμπεριφορές που φαίνονται αυτοκαταστροφικές σ’ έναν παρατηρητή, μπορεί να ικανοποιούν συνειδητές ή ασυνείδητες επιθυμίες. Κάποιος, που, για διάφορους λόγους, νιώθει έντονη την ανάγκη να τιμωρήσει τον εαυτό του ή κάποιο σημαντικό πρόσωπο στο περιβάλλον του, μπορεί να θεωρήσει τη χρήση ηρωίνης σαν ένα μικρό τίμημα που πρέπει να πληρώσει για την εκπλήρωση του σκοπού του.

 

Η διολίσθηση στην εξάρτηση  (ψυχική εξάρτηση)

Οι εμπειρίες που θα έχει κάποιος από μια συμπεριφορά θα είναι ενισχυτικές ή αποτρεπτικές για την επανάληψή της. Εάν οι εμπειρίες θα είναι ενισχυτικές ή αποτρεπτικές θα καθοριστεί, κυρίως, από δύο παράγοντες. Πρώτο, από τις γνώσεις που έχει συγκεντρώσει και αποδεχτεί, σχετικά μ’ αυτό που θέλει να κάνει, και, δεύτερο, από τις βαθύτερες επιθυμίες του.

          Οι βαθύτερες επιθυμίες ενός προσώπου προέρχονται από την ασυμφωνία που υπάρχει μεταξύ αυτού που αντιλαμβάνεται ως πραγματικό εαυτό του και εκείνου που θα ήθελε ιδανικά να είναι. Η επιθυμία του καθενός είναι να κάνει τον εαυτό του (όπως τον αντιλαμβάνεται) να πλησιάσει, όσο γίνεται περισσότερο, τον ιδεατό. Όσο μεγαλύτερο είναι το χάσμα μεταξύ των δύο, τόσο εντονότερο το άγχος που του προξενεί και τόσο βαθύτερη είναι η επιθυμία του να το γεφυρώσει.

          Η συμπεριφορά που θα ακολουθήσει κάποιος μπορεί, απλά, να τον κάνει να ελπίζει ότι θα ικανοποιήσει τις βαθύτερες επιθυμίες του, και ότι θα τον φέρει, εν μέρει, πλησιέστερα στον ιδεατό εαυτό του. Οι ελπίδες, όμως, ισχυροποιούνται και μετατρέπονται σε προσδοκίες όταν οι γνώσεις που συλλέγει το άτομο στην πορεία (και από προσωπικές εμπειρίες) πληθαίνουν, και όσο αυτές του δημιουργούν την αίσθηση (ή την ψευδαίσθηση) ότι είναι συμβατές με την εκπλήρωση των βαθύτερων επιθυμιών του.

          Οι εμπειρίες, τελικά, από μια συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι εκείνες που θα κρίνουν το αποτέλεσμα. Θα λειτουργήσουν ενισχυτικά για την επανάληψη της συμπεριφοράς εάν ικανοποιήσουν, έστω εν μέρει, τις βαθύτερες επιθυμίες του προσώπου. Και αντίστροφα, εάν οι εμπειρίες είναι αρνητικές θα δράσουν αποτρεπτικά. Η χρήση ψυχοδραστικών ουσιών και η εξάρτηση εμπλέκονται μέσα σ’ όλη αυτή την προσπάθεια του ανθρώπου να ικανοποιήσει τις βαθύτερες επιθυμίες του (Krivanek, 1988 1988a).

          Ο τρόπος με τον οποίο ένας χρήστης ηρωίνης αντιλαμβάνεται τις ενέργειες της ουσίας θα λειτουργήσει επιλεκτικά. Δηλαδή, απ’ όλη τη γκάμα των δράσεων της ηρωίνης θα γίνει αποδέκτης και θα αισθανθεί περισσότερο εκείνες που έχει μεγαλύτερη ανάγκη και έχει οδηγήσει τη σκέψη του να τις προσδοκά. Κάποιες άλλες δράσεις πιθανά να έχουν μικρότερη απήχηση επάνω του.

          Οι επιθυμίες, επίσης, μπορεί να ικανοποιούνται και από εικονικές δράσεις[1]. Κάτι, δηλαδή, που δεν απορρέει από τις ιδιότητες της ουσίας, αλλά είναι προϊόντα της προσδοκίας του χρήστη (Levine, 1974).

          Συνοπτικά, ένα πρόσωπο έχει υψηλές πιθανότητες ν’ αναπτύξει συμπεριφορά εξάρτησης όταν συνυπάρχουν δύο παράγοντες. Πρώτο, όταν έχει τη δυνατότητα να εκτεθεί σ’ εκείνο το οποίο μπορεί να εξαρτηθεί (αντικείμενο, πρόσωπο ή κατάσταση), και δεύτερο, καθοριστικό ρόλο θα παίξει η επιδεκτικότητα του προσώπου. Κατά πόσο, δηλαδή, οι επιδράσεις της συμπεριφοράς συσχετίζονται με την ικανοποίηση ή την απομάκρυνση κάποιων αναγκών του, ώστε να λειτουργούν ενισχυτικά για την επανάληψή της. Σε περιπτώσεις που κάποια συμπεριφορά αποδοκιμάζεται από την κοινωνία, η έκθεση σ’ αυτήν μπορεί να ξεκινήσει για λόγους περιέργειας ή για λόγους αντίδρασης ενάντια στις αντιλήψεις του περιβάλλοντος. Ο βαθμός της εξάρτησης μπορεί να είναι ήπιος, έντονος ή εξαναγκαστικός. Αυτό έχει να κάνει, πρώτο, από τη θέση που κατέχουν οι ανάγκες προς ικανοποίηση ή απομάκρυνση στην ιεράρχηση που έχει κάνει, και δεύτερο, από την αποτελεσματικότητα της συμπεριφοράς να τις ικανοποιεί ή να τις απομακρύνει.

          Όσο η ηρωίνη ικανοποιεί ή απομακρύνει τις ανάγκες του χρήστη, είτε με πραγματικές είτε με εικονικές δράσεις, τόσο η συμπεριφορά της εξάρτησης θα ενισχύεται. Είναι κοινά αποδεχτό από την πλειονότητα των χρηστών ότι, τις περισσότερες φορές, η ικανοποίηση ή η απομάκρυνση των αναγκών που προσφέρει η ηρωίνη είναι πλασματική, ψεύτικη και παροδική. Γι’ αυτό και την έχουν βαφτίσει με το προσωνύμιο ‘παραμύθα’. Παρ’ όλα αυτά, εκείνοι που συνεχίζουν τη χρήση της είναι πάρα πολλοί. Φαίνεται, λοιπόν, πως έστω και η ψεύτικη και παροδική ικανοποίηση των αναγκών, για μερικούς ανθρώπους, είναι προτιμότερη από την παντελή έλλειψη ικανοποίησης. Ο χρήστης δεν έχει αναπτύξει κατάλληλο συναισθηματικό εξοπλισμό και στερείται θετικές σχέσεις -ή ταυτίσεις- με πρόσωπα που θα μπορούσαν να τον αναγάγουν. Έτσι, δημιουργούνται κενά που τον κάνουν να είναι ευάλωτος στις αρνητικές υποβολές του περιβάλλοντος, και να προσπαθεί να τα καλύψει με τη χρήση ηρωίνης.

          Το κλίμα θα είναι έτοιμο για να επέλθει η απεξάρτηση του προσώπου όταν θα έχουν πάψει οι ανάγκες να ικανοποιούνται με τη χρήση ηρωίνης. Αυτό θα συμβεί είτε γιατί, α) ο χρήστης έχει βρει αποτελεσματικότερες διεξόδους ικανοποίησης, β) άλλαξαν οι καταστάσεις και έχουν πάψει οι συγκεκριμένες ανάγκες να κατέχουν σημαντικές θέσεις στην ιεράρχηση των προτεραιοτήτων του, γ) οι απώλειες και η ταλαιπωρία που επιφέρει με το χρόνο η χρήση της ηρωίνης βαραίνουν περισσότερο στη ζυγαριά της συνείδησής του από την ικανοποίηση που του παρέχει, και δ) η ικανοποίηση που παρείχε κάποτε η ουσία είναι ήδη μειωμένη ή μηδενισμένη, με την πάροδο του χρόνου και την κλιμάκωση της ανοχής. Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει πως δεν θα υπάρξουν υποτροπές. Συνήθως, όμως, αυτές μπορεί να είναι μικρότερες σε χρονική διάρκεια και ηπιότερες σε ένταση από την περίοδο που η χρήση ήταν σε πλήρη έξαρση. Συνηθίζεται, τότε να λέγεται ότι επέρχεται η ωρίμανση για απεξάρτηση. Σε αντίθεση με την επικρατούσα άποψη, κάτι τέτοιο συμβαίνει στους περισσότερους χρήστες και αρκετές φορές χωρίς ειδικές παρεμβάσεις - είναι η λεγόμενη φυσική ίαση (Krivanek, 1988). Η πρόκληση ενός θεραπευτή που ακολουθεί αυτό το μοντέλο είναι, με τις παρεμβάσεις του, να επισπεύσει μια ώρα νωρίτερα αυτή την κατάσταση ωρίμανσης, και όταν υπάρξουν υποτροπές να τις χειριστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι σύντομες σε διάρκεια και ήπιες σε ένταση. Να οδηγήσει το χρήστη ώστε να του γίνει χειροπιαστό -μέσα από τις ίδιες τις υποτροπές του- πως η ψευτο-ικανοποίηση των αναγκών του με την ηρωίνη τον φέρνει συνεχώς μπροστά στο ίδιο αδιέξοδο. Να τον βοηθήσει να διευρύνει τους ορίζοντές του και να δει ότι υπάρχουν εφικτοί και εναλλακτικοί τρόποι για να βρει το δικό του δρόμο της μικρής ή μεγάλης ολοκλήρωσης. Τότε, και μόνο τότε, θα επέλθει η εξάλειψη της συνήθειας.

          Παίρνοντας υπόψη τα παραπάνω, θα ήθελα να παραθέσουμε τον ακόλουθο ορισμό: Εξάρτηση είναι το ψυχολογικό φαινόμενο κατά το οποίο περιορίζονται οι επιλογές συμπεριφοράς του προσώπου και επικεντρώνονται σε κάποιο αντικείμενο, πρόσωπο ή κατάσταση. Η ένταση της εξάρτησης ποικίλει από απλή ενασχόληση έως εξαναγκαστική αφοσίωση, και σχετίζεται άμεσα με το βαθμό της ενίσχυσης που παρέχει η συμπεριφορά. Υψηλό βαθμό ενίσχυσης θα επιφέρει η συμπεριφορά εκείνη που ικανοποιεί ή απομακρύνει τις ανάγκες που κατέχουν υψηλότερη θέση στην ιεράρχηση που έχει κάνει, και είναι αποτελεσματικότερη από τις άλλες εναλλακτικές επιλογές του. Κάποιες μορφές εξάρτησης είναι περισσότερο και κάποιες άλλες λιγότερο κοινωνικά αποδεκτές. Η εξάρτηση από την ηρωίνη, στην εποχή μας, είναι συμπεριφορά από τις λιγότερο κοινωνικά αποδεκτές.

Η ηρωινο-εξάρτηση μέσα από τις βασικές αρχές του συμπεριφορισμού

 Κάθε δραστηριότητα στην οποία εμπλέκεται ένας άνθρωπος έχει ανάμεικτα αποτελέσματα - θετικά και αρνητικά. Για να γίνει επαναλαμβανόμενη θα πρέπει τα θετικά της στοιχεία, στα μάτια του αποδέκτη, να είναι σπουδαιότερα ή, τουλάχιστον, να συμβαίνουν τακτικότερα από τα αρνητικά. Όσο τα θετικά στοιχεία μιας συμπεριφοράς υπερέχουν των αρνητικών, τόσο αυτή θα συνεχίζει να ενισχύεται και να επαναλαμβάνεται, μέχρι να αντιστραφούν οι όροι. Η ανάλυση κάποιων βασικών αρχών της ψυχολογίας του συμπεριφορισμού μπορούν να κάνουν κατανοητά το μέγεθος και την ανθεκτικότητα που μπορεί να αποκτήσει η ηρωινο-εξάρτηση.

Μηχανισμοί ενίσχυσης της συμπεριφοράς

Η κοινή λογική μας λέει πως μια συμπεριφορά θα επαναλαμβάνεται όσο θα ενισχύεται από τα αποτελέσματά της. Οι αρχές της συντελεστικής εξαρτημένης μάθησης (Hilgard, Atkinson & Atkinson, 1979) ρίχνουν άπλετο φως στο φαινόμενο της εξάρτησης. Σύμφωνα μ’ αυτή τη θεωρία, μια συμπεριφορά -καλή ή κακή- στεριώνει όλο και περισσότερο, πρώτον, όταν τα αποτελέσματά της είναι ευχάριστα στον αποδέκτη, οπότε λειτουργούν ως θετικοί ενισχυτές, και δεύτερο, όταν η αποχή από αυτήν δημιουργεί δυσφορίες που δρουν προς όφελος της επανάληψής της - αυτοί είναι οι λεγόμενοι αρνητικοί ενισχυτές. Επίσης, μια συμπεριφορά θα επαναλαμβάνεται τακτικότερα και θα είναι ανθεκτικότερη στο χρόνο όταν οι ενισχυτές, αφενός, γίνονται αισθητοί από τον αποδέκτη τυχαία, μόνο μερικές φορές από εκείνες που ασκείται η πράξη και, αφετέρου, η παρουσία των ενισχυτών -όταν αυτοί γίνονται αισθητοί- είναι έντονη και άμεσα αντιληπτή. Αυτή είναι η λεγόμενη διαλείπουσα ενίσχυση της συμπεριφοράς.

          Η χρήση ηρωίνης της μαύρης αγοράς εκπληρώνει όλες τις προδιαγραφές της συντελεστικής εξαρτημένης μάθησης που κάνουν μια συνήθεια άκρως ανθεκτική. Αυτό συμβαίνει για δύο, κυρίως λόγους. Ο ένας είναι ότι οι δράσεις της ουσίας, όποτε τις αισθάνεται ο χρήστης, είναι άμεσες και έντονες. Το ‘flash’, για παράδειγμα, είναι μια πολύ έντονη και ευχάριστη αίσθηση, που ακολουθεί την ενδοφλέβια χρήση αμέσως μετά από πολύ λίγα δευτερόλεπτα. Έτσι, ένας τακτικός χρήστης γίνεται αποδέκτης αυτής  της θετικής ενίσχυσης πολλές φορές την ημέρα και, σχεδόν, καθημερινά. Άλλοι ικανοποιούνται από τις αναλγητικές ιδιότητες της ουσίας για να ανακουφίζονται από επώδυνες καταστάσεις που προϋπήρχαν της χρήσης ή δημιουργήθηκαν από την άστατη ζωή που έχει εμπλακεί για χάρη της ηρωίνης. Θετικοί ενισχυτές είναι, επιπλέον, η γαλήνη και η ηρεμία που παρέχει η ηρωίνη στον ψυχικό πόνο, στην απελπισία και στη ματαίωση. Απ’ την άλλη, όταν προσπαθεί κάποιος να διακόψει τη χρήση -είτε από έλλειψη χρημάτων, είτε από άλλες εξωτερικές ή εσωτερικές πιέσεις- έρχονται τα στερητικά συμπτώματα, ως αρνητικοί ενισχυτές αυτή τη φορά, που ισχυροποιούν και αυτά, με τη σειρά τους, την ανθεκτικότητα της εξάρτησης.

          Ο άλλος λόγος είναι ότι οι φαρμακευτικές δράσεις της ουσίας δεν γίνονται πάντοτε αισθητές από το χρήστη. Έτσι, παράλληλα με τη συχνότητα, την αμεσότητα και την ένταση των δράσεων, σημαντικότατο συντελεστικό παράγοντα παίζει και η διακεκομμένη μορφή ενίσχυσης που παρέχει η ηρωίνη του δρόμου. Ένας χρήστης δεν μπορεί να είναι ποτέ σίγουρος εκ των προτέρων πότε και πως θα την ‘ακούσει’. Δεν είναι σίγουρος ούτε για τα χρήματα που θα εξασφαλίσει, ούτε αν θα μπορέσει να ψωνίσει τη στιγμή που θα τη χρειάζεται, ούτε αν η ηρωίνη που θα του πουλήσουν είναι καλής ποιότητας ή είναι γεμάτη σκουπίδια. Είναι φορές που την ‘ακούει’ καλά, και άλλες λίγο ή καθόλου. Τις περισσότερες φορές βρίσκει φλέβα για να ‘βαρέσει’, και κάποιες δεν βρίσκει. Ούτε μπορεί να γνωρίζει πια παρτίδα θα του προκαλέσει τοξική αντίδραση (ντέρτι). Ζει, δηλαδή, σ’ ένα μόνιμο καθεστώς αβεβαιότητας - διαλείπουσας, έντονης και άμεσης ενίσχυσης της συνήθειάς του. Πώς να μην είναι δύσκολη, λοιπόν, η απεξάρτηση από την ηρωίνη, αφού περιέχει όλα εκείνα τα συστατικά της ‘πετυχημένης συνταγής’ για μια ανθεκτική συνήθεια; Κάτω από τέτοιες συνθήκες, είναι προφανές ότι απαιτούνται μεγάλες και επανειλημμένες προσπάθειες για να ξεφύγει κανείς από τα πλοκάμια της, και αυτός που τα καταφέρνει είναι άξιος θαυμασμού και επαίνου.

Βιβλιογραφία

Fromm, E., Να έχεις ή να είσαι;, Αθήνα, Εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1978.

Hilgard, R.E., Atkinson, L.R. and Atkinson C.R., Introduction to Psychology, 7th edition, New York, Harcourt Brace Jovanovich, Inc., 1979.

Krivanek, J., Heroin: Myths and reality, Sydney, Allen and Unwin, 1988.

Krivanek, J., Addictions, Sydney, Allen and Unwin, 1988a.

Κωνσταντινίδης Γ., Ο Μίτος της Αριάδνης, για την Έξοδο από το Λαβύρινθο της Ηρωίνης, Εκδόσεις Θυμάρι, Αθήνα 2004.

Κωσταρίδου-Ευκλείδη, Α., Ψυχολογία Κινήτρων, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 1999.

Levine, D., «‘Needle Freaks’: compulsive self-injection by drug users», Archives of General Psychiatry, 1974, Vol 131:3. pp. 297-300.

Marlatt, G.A. and George, W.H., «Relapse prevention: Introduction and overview of the model», British Journal of Addiction, 1984, 79, pp. 261-273.

Marlatt, G.A. and Gordon, J.R., (Eds), Relapse prevention: Maintenance strategies in the treatment of addictive behaviors, New York, Guilford Press, 1985.

Maslow, A.H., Motivation and Personality, New York, Harper and Row Publishers, 1954.

Mattick, P.R., Oliphant, D., Ward, J. and Hall, W., «The effectiveness of other opioid replacement therapies: LAAM, heroin, buprenorphine, naltrexone and injectable maintenance», in Ward, J., Mattick, P. R. and Hall, W., (Eds), Methadone Maintenance Treatment and other Opioid Replacement Therapies, Amsterdam, Harwood Academic Publishers, 1998.

Orford, J., Excessive Appetites: A psychological view of addictions, West Sussex, John Wiley and Sons, 1985.

Rogers, C.R., Client-centered Therapy, Boston, Houghton Mifflin, 1951.

Rogers, C.R., «The necessary and sufficient conditions for therapeutic personality change», Journal of Consulting Psychology, 1957, 21, pp. 95-103.

Rogers, C.R., «A theory of therapy, personality and interpersonal relationships as developed in the client-centered framework», in S. Koch (Ed.), Psychology: The study of a science. Vol. 3. Formulations of the person and the social context, New York, McGraw-Hill, 1959.



[1] Γνωστές και ως πλασέμπο.