raindrops

Ποιοι είμαστε; Από πού ερχόμαστε; Πού πάμε; Γιατί βρισκόμαστε σε τούτο τον κόσμο; Ποιο είναι το βαθύτερο νόημα της ζωής; Υπάρχει ζωή μετά το θάνατο, και ποια μορφή έχει αυτή;

Τούτα τα ερωτήματα έχουν απασχολήσει, λίγο ως πολύ, όλους μας κάποιες στιγμές στη ζωή μας. Η εξεύρεση προσωπικά αποδεκτών απαντήσεων και λόγων ύπαρξης είναι μία από τις σημαντικότερες ανθρώπινες ανάγκες. Σύμφωνα με κάποιους μελετητές, μάλιστα, οι υπαρξιακές αναζητήσεις είναι από τους σπουδαιότερους εσωτερικούς καθοριστικούς παράγοντες στη ζωή του ανθρώπου, και απαρτίζουν την κυριότερη δύναμη που κινητοποιεί τη συμπεριφορά του (Coleman, 1980• Frankl, 1963). Για τους περισσότερους ενήλικες, οι υπαρξιακές αξίες καθορίζονται από τη θρησκεία ή τη φιλοσοφία εκείνη την οποία προσωπικά αποδέχονται και υιοθετούν στη ζωή τους.

Από τότε, όμως, που κάποια φιλοσοφικά κινήματα και κάποιες θρησκείες ξεκίνησαν να προσπαθούν να ερμηνεύσουν το Θεό ορθολογικά, έπαψαν να απευθύνονται και στο λαϊκό συναίσθημα. Η στροφή αυτή τους έκανε να χάσουν ένα μεγάλο μέρος από τη δυνατότητά τους να ελκύουν τον άνθρωπο. Εκφυλίσθηκε ο αρχικός τους ρόλος και αλλοιώθηκε η επίδραση που κάποτε είχαν στη λαϊκή συνείδηση. Όσο περισσότερο προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε το Θεό ορθολογικά και να δώσουμε μ’ αυτό τον τρόπο υπαρξιακές απαντήσεις, τόσο πιο αναξιόπιστοι γινόμαστε (Imlah, 1971). Ίσως, γι’ αυτό το λόγο να βρίσκουν πρόσφορο έδαφος και τα ποικίλα είδη λατρείας, δοξασιών και αιρέσεων που πλεονάζουν στις ημέρες μας. Εκμεταλλεύονται τη σύγχυση που υπάρχει, και με διάφορες τελετουργικές διαδικασίες προσπαθούν να αγγίξουν το συναισθηματισμό των υποψήφιων μελών τους και να τους προσηλυτίσουν. Τέτοια κινήματα βρίσκουν απήχηση κυρίως στους νέους εκείνους που διανύουν την περίοδο κρίσης ταυτότητας, γιατί υποκαθιστούν με αυτά τις πνευματικές πηγές στήριξης που κάθε άνθρωπος αναζητά στο ξεκίνημα της ζωής του (Krivanek, 1988).

Η επανάσταση των νέων, που συνήθως εκφράζεται με την αμφισβήτηση της κατεστημένης τάξης πραγμάτων, δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Αυτό, όμως, το οποίο χαρακτηρίζει το σύγχρονο αναβρασμό της νεολαίας είναι ένας απροσδιόριστος αναρχισμός και η έλλειψη ξεκάθαρων στόχων για εκείνο που επιδιώκουν. Κάποιοι μελετητές υποστηρίζουν ότι αυτός ο άναρχος αναβρασμός μπορεί να αντανακλά τη φθορά των παλαιών ιδεολογιών στην κοινωνία, την αδυναμία τους να ανανεωθούν, και την έλλειψη καινούργιων κινημάτων, ικανών να τις αντικαταστήσουν και να καλλιεργήσουν οράματα στη νεολαία. Εάν υπήρχαν ανανεωμένα οράματα θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως πόλοι έλξης της δυσαρέσκειας των νέων, καθώς, επίσης, και ως καταλύτες που θα μετέτρεπαν τον αναβρασμό σε παραγωγική δράση, μέσα από την οποία θα διοχέτευαν οι νέοι τις ελπίδες τους για το μέλλον (Imlah, 1971).

Πλανώμενοι στην όλη σύγχυση και στη δυσαρέσκεια που υπάρχει ενάντια στο κοινωνικό κατεστημένο, κάποια νέα άτομα εύκολα μπορούν να παρασυρθούν από τη δίνη και να αναζητήσουν καταφύγιο και νόημα στη ζωή στους χώρους μιας νέας θρησκευτικής δοξασίας ή στους χώρους των ουσιών, που και αυτές δεν είναι παρά μια καινούρια μορφή ‘αίρεσης’ - με τη δικιά της ιδεολογία, τους δικούς της κανόνες και τις δικές της τελετουργικές διαδικασίες.  «Η εμπειρία των ναρκωτικών αυτή καθαυτή είναι... σαν μια νόθος έκδοση σύγχρονης θρησκείας. Η χρήση των ναρκωτικών περιβάλλεται από ένα τελετουργικό που συμπεριλαμβάνει εκφράσεις και κινήσεις ... και μια αύρα μυστικιστικής θυσίας» (Coleman, 1980, σ. 88). Έτσι, μέσα από αυτή τη νέα ‘θρησκεία’ προσπαθεί το χαμένο νόημα της ζωής να βρει υποκατάστατο.

Η ματαίωση της επιθυμίας για νόημα στη ζωή, και η απαξίωση των παραδοσιακών θεσμών οδηγεί σε απογοήτευση και σε υπαρξιακό κενό, το οποίο κάποιοι προσπαθούν να καλύψουν υποκαθιστώντας την επιθυμία για νόημα με την επιθυμία για ευχαρίστηση και κάθε είδους απόλαυση (Frankl, 1963). Αυτό το κενό και η έλλειψη νοήματος δεν είναι αποκλειστικό χαρακτηριστικό των εξαρτημένων, αλλά ένα γενικότερο φαινόμενο. Ο Carl Jung, από τα μέσα του περασμένου αιώνα, το είχε εντοπίσει στους περισσότερους ασθενείς του, και το είχε χαρακτηρίσει σαν μια απροσδιόριστη μορφή νεύρωσης (Segaller & Berger, 1989). Την αναζήτηση για νόημα ο Jung την είχε παρομοιάσει με την αναζήτηση ενός θησαυρού, που κάθε άνθρωπος ψάχνει να βρει στη ζωή του. Πολλοί, αντί να βρούμε το θησαυρό, ματαιοπονούμε και εξανεμίζουμε τις δυνάμεις μας στην αναζήτηση της ευχαρίστησης και της απόλαυσης. Είναι συχνό το φαινόμενο, ο σύγχρονος άνθρωπος να επιδίδεται μανιακά σ’ αυτού του είδους τις αναζητήσεις, λες και ιδεοληπτικά του έχουν κυριεύσει τη σκέψη. «Τα πιο εξοντωτικά συμπτώματα αυτής της μανίας παίρνουν τη μορφή της ουσιο-εξάρτησης και της κατάχρησης αλκοόλης» (Segaller & Berger, 1989, σ. 180).

Το κίνημα των Ανώνυμων Αλκοολικών (Α.Α.), και κατ’ επέκταση των Ναρκομανών Ανώνυμων (Ν.Α.), έχει αποκτήσει πλατιά απήχηση ανά τον κόσμο (Krivanek, 1988a). Η ιδέα των Α.Α. ξεκίνησε από έναν αλκοολικό ασθενή του Jung, γνωστό με το όνομα ‘Rowland H.’. Ο Jung είχε εμφυτεύσει σ’ αυτόν την αντίληψη ότι ποτέ δεν θα ξεπερνούσε με επιτυχία το πρόβλημα της εξάρτησής του εάν δεν έβρισκε στη ζωή του το Θεό. Σε επιστολή του ο Jung , σχετικά με την περίπτωση του Rowland, είχε γράψει μεταξύ άλλων: «Η έντονη επιθυμία του για αλκοόλη ήταν ισοδύναμη πνευματικής δίψας -κατωτέρου επιπέδου- της ύπαρξής μας για ολοκλήρωση...». Ο μόνος σωστός και νομιμοποιημένος τρόπος ικανοποίησης αυτής της δίψας, κατά τον Jung, είναι εκείνος που οδηγεί τον άνθρωπο σε ανώτερα επίπεδα πνευματικής κατανόησης. Θα μπορούσε να οδηγηθεί σε αυτά μετά από παραχώρηση χάρητος. Είτε μέσα από μια προσωπική και ειλικρινή σχέση με ένα άλλο πρόσωπο, το οποίο έχει πλησιάσει αυτά τα επίπεδα, είτε μέσα από μια ανώτερη παιδεία της νόησης, πέρα από τα περιοριστικά όρια του ορθολογισμού (Segaller & Berger, 1989).

Αυτά που επιδιώκουν οι εξαρτημένοι μέσα από τις ουσίες είναι, ίσως, και τα πιο φυσιολογικά πράγματα που μπορεί να επιζητά ένας άνθρωπος στη ζωή του - ο τρόπος τους είναι λανθασμένος. Η αναζήτηση του εξαιρετικού, της συναισθηματικής ανάτασης, του ηρωισμού, της ανακούφισης από τον πόνο και, κυρίως, η αναζήτηση της αίσθησης του νοήματος της ζωής, είναι τόσο έντονα που συχνά έχουν χαρακτηριστεί σαν μια ακαταμάχητη ‘δίψα’. Οι ουσίες ικανοποιούν αυτή τη ‘δίψα’ μ’ ένα είδος παροδικής ψευδαίσθησης. Ένα είδος γρήγορου και ακατέργαστου υποκατάστατου της πραγματικής εμπειρίας, η οποία είναι πολύ πιο δύσκολη ν’ αποκτηθεί, αλλά πολύ πιο βαθιά και πιο ανθεκτική. Ο εξαρτημένος γνωρίζει πολύ καλά ότι εξαπατά μ’ αυτό τον τρόπο τις πραγματικές του ανάγκες, αλλά συνεχίζει, μέσα στην απελπισία του, να ξεγελά τη ‘δίψα’ του, μην έχοντας τον τρόπο, τη στήριξη ή την υπομονή να επιδιώξει την πραγματική εμπειρία.

Η κατάχρηση ουσιών, κατά τον Johnson (1987), είναι ένας παθολογικός τρόπος επίμονης και μάταιης αναζήτησης πεπερασμένων ηθικών και κοινωνικών θεσμών. Αντλώντας μέσα από τις αλληγορίες της Ελληνικής Μυθολογίας, επιχειρηματολογεί και πως εάν εκθρονιστεί ένα αρχέτυπο από τον Όλυμπο (δηλαδή, εάν ξεπέσει η υπόσταση ενός παραδοσιακού θεσμού από τη ζωή μας), τότε το αρχέτυπο μετατρέπεται σε παθολογικό σύμπτωμα, και συνεχίζουμε να επιμένουμε στην αναζήτηση των αξιών που αντλούσαμε από αυτό, αλλά με διεστραμμένους τρόπους. Ο Διόνυσος, για παράδειγμα, ήταν ο θεός της γονιμότητας, του εκστατικού οράματος και της πνευματικής ανάτασης, που προέρχονταν μέσα από τις θρησκευτικές τελετουργίες και στα συμπόσια - καταστάσεις που είχαν ουσιαστικό νόημα και συχνά ήταν συνυφασμένες με τις καθημερινές δραστηριότητες της ζωής. Ο Διόνυσος από αιώνες τώρα έχει εκθρονιστεί. Για πολλούς, όμως, δεν έχει αντικατασταθεί από ένα ουσιαστικότερο αρχέτυπο προαγωγής της ανθρώπινης υπόστασης - υποκαταστάθηκε από τον Ρωμαϊκό Βάκχο της μέθης και των οργίων. Έπαψε η πνευματική έκσταση να επιδιώκεται μέσα από τη λελογισμένη οινοποσία, την συνυφασμένη με τα τελετουργικά των θρησκο-κοινωνικών εορτών. Απεναντίας, τα τελετουργικά έγιναν η αφορμή για την κραιπάλη της μέθης, και τα συμπόσια εκφυλίστηκαν σε λουκούλλεια γεύματα. Η κατάχρηση έχει αποσυνδέσει την πνευματική έκσταση από κάθε είδος οράματος ή πνευματικής ανάτασης. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με όλες τις άλλες ουσίες, όπως την ηρωίνη και με τα κατ’ ευφημισμό ομώνυμα χάπια ‘ecstasy’.

Η Patterson (1983) συνιστά πως, για να μπορέσει πραγματικά να θεραπευτεί η εξάρτηση, θα πρέπει το άτομο:   «... να εφοδιασθεί με νόημα ζωής, η ικανότητά του ν’ αγαπά και να συγχωρά να αναπτυχθεί, η μετάνοια να ενθαρρυνθεί, η ικανότητα να σκέφτεται να διδαχθεί, η επιθυμία να αναλαμβάνει υπευθυνότητες να καλλιεργηθεί, η ελπίδα να εμφυτευτεί, οι σπόροι της πίστης και του οράματος να σπαρθούν. Τελικά, ο Θεός πρέπει να αναγνωριστεί ως πραγματικός - το άτομο δεν μπορεί να αφεθεί στο έλεος μιας άμορφης και άσπλαχνης ‘δύναμης’. Πέρα από το μπουκάλι, το χάπι, τη σκόνη, την ένεση, το αντικείμενο, την αφορμή, τη τελετουργία, την αίσθηση, όλοι οι εξαρτημένοι ψάχνουν να βρουν το Θεό. Αυτό που πραγματικά αναζητούν είναι αγάπη, ή αλήθεια, ή ομορφιά, ή χαρά, ή ζωή, ή ανάταση, ή δύναμη - ή ο Θεός...
Η πραγματική θεραπεία ενός εξαρτημένου προσώπου απαιτεί αναδόμηση της ζωής, μια θεραπευτική παλινόρθωση η οποία  θα μπορεί να παρέχει επαρκές πλαίσιο αξιών που θα δώσει νόημα στο άτομο και θα το βοηθήσουν προς μια κατανόηση της θέσης του στην κοινωνία. Αυτό το πλαίσιο συμπεριλαμβάνει την ελευθερία να επιλέγει, την εμπιστοσύνη να κάνει επιλογές, και την υπευθυνότητα να πληρώνει το τίμημα των επιλογών του. Απαιτείται να του παραχωρηθεί το πλαίσιο της γνώσης -επαρκές για ό,τι χρειάζεται να γνωρίζει- ώστε το κενό που υποθάλπει και η έλλειψη νοήματος στη ζωή του, τα οποία οφείλονται σε προγενέστερη έλλειψη επαρκών αξιών, να θεραπευθούν. Για να επιτύχουν αυτά απαιτείται ένα είδος ψυχοθεραπείας, άγνωστης μέχρι τώρα - ή, εάν είναι γνωστή, σίγουρα δεν εξασκείται σε ευρεία κλίμακα» (σ. 83-85).

Όταν κάποιος παίρνει μια ουσία, όπως η ηρωίνη, μπορεί να κατέχεται από ένα αίσθημα δύναμης, ηρωισμού, εμπιστοσύνης ή να νιώθει αμέριμνος – πλήρης. Γνωρίζει πολύ καλά, όμως, ότι αυτά οφείλονται στην ουσία, και όχι σε κάτι το οποίο είναι αποτέλεσμα των δικών του ενεργειών. Μ’ αυτό τον τρόπο, επιβεβαιώνει, ακόμη μια φορά, την αίσθηση της προσωπικής του ανεπάρκειας. Όποιες και να είναι οι ικανότητές του, πιστεύει πως είναι ανήμπορος σε κάποιους σημαντικούς τομείς της ζωής του, και βλέπει τον εαυτό του αδύναμο μπροστά στον ‘ισχυρότερο’ από αυτόν ‘θεό’ - την ουσία. Αυτή η αρνητική εικόνα που έχει για το πρόσωπό του και την αυτοπεποίθησή του είναι σημεία-κλειδιά στην κυκλική υποχώρηση μέσα στην εξάρτηση (Peele, 1978). Ο εξαρτημένος απεχθάνεται τον εαυτό του γι’ αυτή την ανημποριά του, και θα δεχτεί ευπρόσδεκτα την όποια ειλικρινή ευκαιρία βοήθειας που θα του προσφερθεί, αφού πρώτα βεβαιωθεί ότι κάτι τέτοιο δεν είναι προϊόν κάποιων υποκριτικών κινήτρων ή πουριτανικών αντιλήψεων. Θα διαλύσει τις αμφιβολίες και τις ανησυχίες του όταν αισθανθεί ότι στην προσπάθειά του έχει συμπαράσταση από μια ανώτερη και άδολη δύναμη - ανθρώπινη ή και θεϊκή.

Βιβλιογραφία

- Coleman, S.B., «Incomplete mourning and addict/family transactions» NIDA Research Monographs, 1980, 30, pp. 83-89.
- Frankl, V.E., Man’s Search for Meaning, New York, Beacon Press, 1963.
- Imlah, N., Drugs in Modern Society, Princeton, Vertex, 1971.
- Johnson, R.A., Ecstasy, New York, Harper and Row, 1987.
- Krivanek, J., Addictions, Sydney, Allen and Unwin, 1988.
- Κωνσταντινίδης, Ι., Ο μίτος της Αριάδνης, για την έξοδο από το λαβύρινθο της ηρωίνης, Αθήνα, Θυμάρι, 2004.
- Patterson, M., Getting Off the Hook, Wheaton, Harold Shaw, 1983.
- Peele, S., in Hafen, B.Q. and Peterson, B., (Eds), Medicines and Drugs, 2nd edition, Philadelphia, Lea and Febiger, 1978.
- Segaller, S., and Berger, M., Jung, The Wisdom of the Dream, Chatswood, NSW, Australia, Peribo Pty. Ltd., 1989.