raindrops

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ένας νέος τύπος φαρμάκων, γνωστός ως «ελάσσονα ηρεμιστικά» εμφανίστηκαν στην αγορά. Σχεδιάστηκαν για να ανακουφίζουν το στρες και την αγωνία και να προκαλούν τον ύπνο και σύντομα κατάχτησαν μια από τις πρώτες θέσεις στη συνταγογραφία των γιατρών. Τα φάρμακα αυτά ανήκουν στην ομάδα των βενζοδιαζεπίνων και έχουν χημική προέλευση.

Πρόσφατα έχει αναπτυχθεί ενδιαφέρον από πολλούς τομείς της κοινότητας, όσον αφορά την εξάρτηση των ασθενών από τα ελάσσονα ηρεμιστικά. Επίσης, έχει υπάρξει ενδιαφέρον για τις προκαταβολικές συνταγές που δίνονταν στις γυναίκες γενικότερα και στους ηλικιωμένους ειδικότερα. Ας σημειωθεί ότι πάνω από το 70% αυτών προορίζονται για τις γυναίκες.
Η ομάδα των βενζοδιαζεπίνων περιέχει πάνω από 30 συγκεκριμένες ουσίες. Τα ελάσσονα ηρεμιστικά μπορούν να ταξινομηθούν από ιατρικής πλευράς, με βάση τη λειτουργία τους ως εξής :  υπνωτικά,  αγχολυτικά και μυοχαλαρωτικά. Μερικά από αυτά είναι : Tavor, Stedon, Valium, Xanax, Lexotanil, Centrac, Normison, Hypnosedon, Vulbegul κ.α.
Στην πράξη, όμως, επιτελούν παράλληλα και τις τρεις αυτές λειτουργίες. Άλλα έχουν εντονότερη την υπνωτική δράση, άλλα την αγχολυτική και άλλα την μυοχαλαρωτική. Η μόνη ουσιαστική διαφορά εντοπίζεται στη διάρκεια της επίδρασης τους, που μπορεί να κυμαίνεται από 4-6 ώρες ως και 2-3 ημέρες.
Τα ελάσσονα ηρεμιστικά δίνονται συνήθως σε ταμπλέτες ή κάψουλες και μερικές φορές και σε υγρή μορφή σε ενέσεις. Απορροφώνται από τα αιμοφόρα αγγεία, μέσω των οποίων κυκλοφορούν στον οργανισμό. Ενεργούν στο κεντρικό νευρικό σύστημα μειώνοντας με αυτό τον τρόπο τις φυσικές, διανοητικές και συναισθηματικές αντιδράσεις.
Δεν υπάρχει μια σωστή δοσολογία για τα ελάσσονα ηρεμιστικά. Το σθένος, ο αριθμός, η συχνότητα και η διάρκεια της δόσης, που καθορίζεται για τον κάθε άνθρωπο, διαφέρει σε σχέση με : την ηλικία, την γενικότερη υγεία, την παράλληλη χρήση άλλων ουσιών, την σοβαρότητα των συμπτωμάτων, την ανοχή και την προηγούμενη εμπειρία του ατόμου με διάφορες ουσίες. Βέβαια η συμβολή του γιατρού ή του φαρμακοποιού θεωρείται απαραίτητη, στην περίπτωση που το άτομο αποφασίσει να έρθει στην πρώτη του επαφή με τα ηρεμιστικά.
Τα ηρεμιστικά δίνονται για τους εξής λόγους :
- έντονη ανησυχία και αϋπνία
- ανακούφιση από τους μυϊκούς σπασμούς
- σαν καταπραϋντικό μέσο για τους ασθενείς, πριν την εγχείρηση
- επιληψία
Επιπλέον, τα ηρεμιστικά δίνονται από τους γιατρούς για να βοηθήσουν τους ανθρώπους στις δύσκολες συναισθηματικές στιγμές της ζωής τους, όπως ο θάνατος. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα ηρεμιστικά μπορούν να προσφέρουν μόνο μιας σύντομης διάρκειας βοήθεια, έτσι και η χρήση τους θα πρέπει να είναι σύντομου χρονικού διαστήματος.

Βραχυχρόνια χρήση – επιδράσεις:
Όταν τα ελάσσονα ηρεμιστικά λαμβάνονται σε μικρές δόσεις μπορεί να προκαλέσουν : χαλάρωση, γαλήνη, ανακούφιση, από ανησυχία και ένταση, νάρκη, λήθαργο, ζαλάδα, κόπωση, ίλιγγο, θαμπή όραση, μπερδεμένα λόγια, τραύλισμα, ελαφρά μείωση της σκέψης και της μνήμης  και συναισθηματική κατάθλιψη.
Τα πιο πιθανά αποτελέσματα των υψηλότερων δόσεων είναι η χαλάρωση, ο υπερκαταπραυντισμός και ο ύπνος. Πριν τον ύπνο ή όταν έρχεται ο ύπνος, οι μεγαλύτερες δοσολογίες μπορούν να φέρουν μέθη, παρόμοια με του αλκοόλ ή των βαρβιτουρικών. Τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν : μη αντίληψη των αποστάσεων και των κινήσεων, σύγχυση, προσωρινή αμνησία, ευφορία, εναλλαγή της διάθεσης και μπερδεμένα λόγια. Καθώς, το μέγεθος της δοσολογίας αυξάνεται, τα συμπτώματα γίνονται περισσότερο εμφανή και έντονα. Όταν όμως οι επιδράσεις των μεγάλων δοσολογιών περνούν εμφανίζονται αισθήματα νευρικότητας και έξαψης.
Η υπερβολική δοσολογία  ηρεμιστικών μπορεί να προκαλέσει αναισθησία ή κώμα, όταν δε παίρνονται και σε συνδυασμό με άλλες ουσίες , όπως τακτικά συμβαίνει με αρκετούς χρήστες ηρωίνης, μπορεί να οδηγήσουν ακόμη και στο θάνατο.

Μακροχρόνια χρήση – επιδράσεις:
Όταν τα ηρεμιστικά λαμβάνονται για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα προκαλούν λήθαργο, οξυθυμία, ναυτία, πονοκεφάλους, απερισκεψία, ενοχλητικά όνειρα, μείωση της σεξουαλικής δραστηριότητας, αυξημένη όρεξη και βάρος και ανωμαλίες της εμμήνου ρήσης
Η μεγάλης διάρκειας χρήση ηρεμιστικών μάλλον δημιουργεί προβλήματα στα άτομα, παρά τα βοηθάει να τα αντιμετωπίσουν. Μπορεί να θεραπεύουν το στρες , την αϋπνία και τις κρίσεις, όμως δεν θεραπεύουν τις αιτίες. Σε περίπτωση, όμως που το άτομο σταματήσει να παίρνει ηρεμιστικά θα διαπιστώσει ότι τα προβλήματα παραμένουν.

Ανοχή και εξάρτηση :
Η ανοχή στα ελάσσονα ηρεμιστικά συμβαίνει, όταν ένα πρόσωπο πρέπει να λαμβάνει μεγαλύτερες δόσεις της ουσίας, για να έχει το ίδιο αποτέλεσμα ή αίσθημα όπως παλιότερα με μικρότερες δόσεις. Αυτό μπορεί να συμβεί στο διάστημα δύο εβδομάδων και στην περίπτωση που τα ηρεμιστικά χρησιμοποιούνται ως υπνωτικά, ίσως αρχίσουν να χάνουν τις επιδράσεις τους μετά από τρεις νύχτες.
Η εξάρτηση από τα ηρεμιστικά συμβαίνει, όταν ένα άτομο αισθάνεται πως δεν μπορεί να τα καταφέρει χωρίς αυτά. Αυτό μπορεί να οδηγήσει στην σκέψη ότι, τα ηρεμιστικά είναι απαραίτητο να χρησιμοποιούνται σε καθημερινή βάση.

Στέρηση:
Τα συμπτώματα στέρησης εμφανίζονται περίπου στο 40% των ατόμων που έχουν χρησιμοποιήσει κάποιο ηρεμιστικό για τρεις μήνες ή περισσότερο, είτε όταν μειώνουν την δόση ή όταν σταματούν τελείως την χρήση του. Το στερητικό σύνδρομο μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και σε αυτούς που παίρνουν ηρεμιστικά για μικρότερες περιόδους. Αν κάποιος χρησιμοποιεί ηρεμιστικά για περισσότερο από 2-3 εβδομάδες είναι φρόνιμο να μην σταματήσει απότομα την χρήση, χωρίς την συμβουλή ενός γιατρού ή φαρμακοποιού.
Η απότομη στέρηση από τα ηρεμιστικά δεν είναι συνετή. Οι άνθρωποι που έχουν χρησιμοποιήσει μεγάλες δόσεις στο παρελθόν, ίσως προσβληθούν πολύ εύκολα από αρρώστιες ή οδηγηθούν σε παραλήρημα, αν σταματήσουν απότομα την χρήση. Ακόμη και άνθρωποι που έπαιρναν ηρεμιστικά σε θεραπευτικές δόσεις, ίσως υποφέρουν από αυτές τις αντιδράσεις , εάν είναι ηλικιωμένοι, χρόνια άρρωστοι ή ευπαθείς σε σπασμούς. Μικρότερα, πάλι, στερητικά συμπτώματα, όπως ανησυχία, μειωμένη αντίληψη ή φοβίες μπορούν να γίνουν δυσάρεστα και να υπονομεύσουν την επιθυμία για διακοπή της χρήσης. Γι’αυτούς τους λόγους, αν είναι απαραίτητη η σύντομη απεξάρτηση, θα πρέπει να γίνει κάτω από ιατρική επίβλεψη.
Η βαθμιαία τεχνική απεξάρτησης προτείνει τη μείωση της ποσότητας του ηρεμιστικού που λαμβάνεται από το 1/6 στο 1/9 της ολικής δόσης, κάθε εβδομάδα. Αυτή είναι μια σωστή πορεία, που πρέπει να ακολουθείται για δυο ή τρεις μήνες, κάτω από την ιατρική επίβλεψη ή από ανθρώπους που έχουν ειδικευτεί στην απεξάρτηση από τις ουσίες. Η ολιστική προσέγγιση της βαθμιαίας μείωσης της δόσης αφορά μια περίοδο 3-12 μηνών και η θεραπεία περιλαμβάνει μασάζ, διαλογισμό, συμβουλευτική, ψυχοθεραπεία και ομάδες στήριξης.

Στερητικά συμπτώματα :
Τα στερητικά συμπτώματα διαφέρουν από άτομο σε άτομο. Μερικές φορές δεν εμφανίζονται σε λιγότερο από μια εβδομάδα ή και περισσότερο, από τη στιγμή που ένα άτομο σταματήσει να παίρνει ηρεμιστικά. Αυτά περιλαμβάνουν : νεύρα και ένταση, κατάθλιψη, επεισόδια πανικού, άσχημο ύπνο, διαστρέβλωση και μεγαλοποίηση καταστάσεων, παράνοια, αισθήματα αποπροσωποποίησης και αναπτυγμένη φαντασία, γρίπη, πόνους, ακαμψία και μυϊκούς σπασμούς. Στις γυναίκες, η διακοπή των ηρεμιστικών μπορεί να προκαλέσει αυξημένη αιμορραγία της περιόδου και πόνο στο στήθος.

Εγκυμοσύνη και θηλασμός :  
Είναι σωστό να μην χρησιμοποιείτε οποιαδήποτε τέτοια ουσία, κατά την εγκυμοσύνη. Έρευνες έχουν ορίσει την ύπαρξη του «βενζοδιαζεπινικού εμβρυϊκού συνδρόμου». Αυτό οφείλεται στη χρήση ηρεμιστικών, κατά τους τρεις πρώτους μήνες της εγκυμοσύνης.
Τα ηρεμιστικά διαπερνούν τον πλακούντα και συσσωρεύονται στο έμβρυο όταν λαμβάνονται συχνά. Τα μωρά που γεννιούνται από μητέρες, που έπαιρναν ηρεμιστικά για μεγάλες χρονικές περιόδους, παρουσιάζουν μια ποικιλία συμπτωμάτων, όπως αναπνευστικά προβλήματα και μειωμένο θηλασμό. Κατά την γέννηση, τα συμπτώματα στέρησης του μωρού από τα ηρεμιστικά εκδηλώνεται με τρέμουλα, διάρροια, έντονη ανησυχία και άλλα.
Επιπλέον, οι έρευνες επισημαίνουν ότι η επίδραση των ηρεμιστικών μπορούν να περάσουν στο μωρό μέσω του θηλασμού. Κάτι τέτοιο έχει επίπτωση στο νευρικό σύστημα του μωρού και μπορεί να το κάνει νυσταλέο και «αργοκίνητο». Μπορεί ακόμα να του προξενήσει προβλήματα διατροφής.

Συνδυασμός με άλλες ουσίες:
Τα ηρεμιστικά, όταν χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με άλλες ουσίες, μπορούν να προξενήσουν πολλά και επικίνδυνα προβλήματα. Είναι γεγονός ότι συχνά γίνεται παράλληλη χρήση:
•   Με αλκοόλ που μειώνει σημαντικά τη δραστηριότητα του ατόμου και τη συνειδητοποίηση χώρου, χρόνου και απόστασης. Ο συνδυασμός, λοιπόν, αλκοόλ και ηρεμιστικών μπορεί να προκαλέσει ακόμα και τον θάνατο όταν συνδυάζεται με την οδήγηση.
•   Με άλλα καταπραϋντικά ή υπνωτικά χάπια, που αυξάνουν την επίδρασή τους στον εγκέφαλο και μπορούν να προκαλέσουν δυσκολία στην αναπνοή ή, σε ακραίες περιπτώσεις, στην αναισθησία και στο θάνατο.
•   Τέλος, όταν τα ηρεμιστικά χρησιμοποιούνται παράλληλα με την ηρωίνη πολλαπλασιάζονται απρόβλεπτα οι επιδράσεις τους και συχνά αυτός είναι ένας θανατηφόρος συνδυασμός.